Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Κίτρινο ξημέρωμα

Θα σου πω μια ιστορία απ' τα σπλάχνα της ΔΕΗ. Να μάθεις πως είναι.

Κωνσταντίνος Γ. Παπαπρίλης Πανάτσας

«Έχεις ακούσει για το κίτρινο ξημέρωμα; Για το πώς σε τρώει η τέφρα από μέσα; Πώς σουλατσάρει στα σωθικά σου, πως μπογιατίζει τα πνευμόνια σου; Έχεις ακούσει για τις σκιές που τρέχουν, μέρα μεσημέρι στα λιγνιτωρυχεία; 


… 

«Φόρα τη μάσκα σου.» 

Θυμάμαι να του το φωνάζω σαν τρελλός. Πρώτη μέρα που τον είδα με την χακί φόρμα. Μία, δύο, δέκα. Τον κυνήγησα είκοσι μέτρα, μ’ άφησε να τον προφτάσω, του ‘ριξα ένα σκαμπίλι στο σβέρκο, την έβαλε. 
Δεν είναι δυνατόν να τον έχω μεγαλώσει τόσο στραβά. Δεν είναι. Αλλά θα μου πεις, όλα του τα ‘δωσα, μισθός ΔΕΗτζή, πώς να μην του τα δώσω; 



Και το ‘λεγαν. Βράζει το χώμα εκεί. Ο τόπος όλος χτίζεται στην κόλαση επάνω. Ο λιγνίτης είναι ό,τι μένει απ’ τα καζάνια της.  

Ευχή και κατάρα λοιπόν. 

Ευχή για το τουρκοχώρι με τις λάσπες, το Καϊλάρι που γίνηκε Πτολεμαΐδα, μεγάλη και τρανή, που ‘χει κατοίκους με πρησμένες τσέπες. Κατάρα, για ένα οροπέδιο που το ξεπλένει η σκόνη. Η σκόνη εκείνη, που τρυπώνει στα σωθικά κι όταν βαριέται τη ζεστασιά τους, τα κατατρώει. 

Να τ’ ανοίξει τρύπες.    


Όταν μας άνοιξαν τα σύνορα ξανά, τρέξαμε για θέσεις. Οι πολιτικοί πρόσφυγες, τα παιδιά των αριστερών, τα παιδιά μιας θύελλας καταραμένης, είχαμε την ευκαιρία μας. Κι όταν τα κτίρια με τον κεραυνό ζητήσαν γνωστικούς και σπουδαγμένους, το ανατολικό μπλοκ μας είχε εφοδιάσει. 
Στην Τσεχοσλοβακία, τα σχολεία ήταν ανοιχτά τόσο, ώστε ν’ ανοίξει και το κεφάλι όσων περνούν τις πόρτες τους. 
Διαγωνισμός για μηχανολόγους λοιπόν. Για δέκα θέσεις που προκήρυξαν, πέρασα έβδομος. Στους τέσσερις χιλιάδες. Χακί φόρμα, γραφείο στον πύργο ελέγχου, βάρδια στη ΔΕΗ. Σπίτι στην πρωτεύουσα της Εορδαίας με την τρυπημένη γη και καλή αρχή. 


Από την πρώτη μέρα το καταλαβαίνεις. 

Καμία πόρτα δεν σταματά την σκόνη, καμιά καθαρίστρια δεν την κρύβει, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την αίσθηση να καθαρίζεις την μύτη σου απ’ την τέφρα. Χαρτομάντιλο και μαύρη μύξα. Ήταν η μέρα που έμαθα, πως σαν τελειώνω, θα ξοδεύω μιάμιση ώρα στον νιπτήρα. 


Ήταν κι αυτή η βάρδια η διαβολεμένη. 

Ο λευκός διακόπτης στον τοίχο σου, πρέπει να ανοίγει όταν τον θες. Έτσι κι η ΔΕΗ, δεν ξέρει από μέρες και νύχτες, γιορτές κι αργίες. 
Το ρολόι μου, αυτό του σώματος, το χάλασα νωρίς. Πρωί, απόγευμα, νύχτα, ρεπό. Και πάλι απ’ την αρχή. Πώς να συνηθίσεις τέτοιον ύπνο; Οχτώ ώρες σκόνη, οχτώ ώρες ύπνος, οχτώ ώρες ζαλισμένος. 


Μια πόλη με χακί ανθρώπους. Μ’ ανθρώπους που έμαθαν πως τα φρεσκοπλυμένα σεντόνια, πάντα θα γίνονται πιο κίτρινα απ’ τον αέρα της αυγής, τον αέρα της απελευθέρωσης ρύπων. Ανθρώπους που κυκλοφορούν νυσταγμένοι, πριν και μετά τη βάρδια, μ’ ένα χάρτινο κουτί γάλα στο χέρι. Αυτό τους είπαν, κι αυτό έκαμναν. Δώστε γάλα στους εργαζομένους, τους κάνει καλό μετά από τόση σκόνη. 


Η Πτολεμαΐδα είναι άσχημη. Φτιαγμένη από ανάγκη, στα γρήγορα, μπετό κόντρα μπετό. Μα οι άνθρωποί της… Οι άνθρωποί της ζουν τις μέρες τους δοξάζοντάς τις. Μια πόλη που τη νύχτα ντύνεται πανηγύρι, να τη ζήσει, να της ρουφήξει το μεδούλι και τ’ αστέρια, που φαίνονται αλλιώς στο κίτρινο πέπλο που πήρε για προίκα.  


Τα χρόνια έτρεξαν. Η σκόνη σκαρφάλωνε, αγόρασα σπίτι δικό μου, τ’ αγόρια μεγάλωναν, ό,τι χρειάστηκαν το είχαν. Οι ανάσες μου βάραιναν μόνο. Ανάθεμά με, δεν κόβω και το τσιγάρο. Ένα φουγάρο με πόδια, κάτω από μεγαλύτερα φουγάρα μ’ άσπρες και κόκκινες ρίγες, να τα βλέπουν τ’ αεροπλάνα. Στις άδειες του καλοκαιριού, έψαχνα θάλασσα, να γεμίζω αρμύρα το στήθος. Έβαλα κάτω τα πενηντάρικα που αφήνω πια στον πνευμονολόγο. Δες τον αριθμό που φτιάχνουν και μετά μίλα μου για ευχές και κατάρες του λιγνίτη. 

Τέτοια είναι η δική μας ηλεκτροπληξία.


Κι ύστερα… 
Ύστερα ήρθε η κρίση. 
Ήρθαν εκείνοι που αποφάσισαν πως παίρνουμε πολλά. Πως τα ορυχεία είν’ εύκολα, πως η λάσπη βγαίνει απ’ τα ρούχα εξίσου εύκολα, πως οι ΔΕΗτζήδες είναι κείνες με τα ταγιέρ πίσω απ’ τα ταμεία. Πως τα δικά μου γεράματα, θα ‘ναι ίδια μ’ όλων που δούλεψαν. Ο μισθός έμεινε μισός, το εφάπαξ αγνοείται, η σύνταξη ένα στοιχειό που κυνηγάς να παγιδέψεις. Όλα όσα μου ‘ταξαν ν’ ανταλλάξω με τους γιατρούς, σαν φτάσω στα εξήντα. 


Κι ήρθαν τα δίμηνα. Εφεύρεση των πολιτικάντηδων. Να εξυπηρετούν ρουσφέτια τοπικά, με ώρες εργασίας στ’ ορυχείο. Δουλειά του ποδιού στα χρόνια της ανεργίας.

Πήγε κι έκανε τα χαρτιά του ο βλάκας. Βαρέθηκε, λέει, να με βλέπει να τον λυπάμαι που πάει στράφι το πτυχίο. Ήθελε να με βοηθήσει πριν βγω στη σύνταξη. 


Τον πήρανε γαμώτο. Τον πήρανε. 
Δυο μήνες τώρα, τον βλέπω να κυκλοφορεί στα ορυχεία, χωρίς μάσκα στο στόμα, μάγκας όπως και του λόγου μας, στα νιάτα που περάσαν. Δίπλα στις ταινίες μεταφοράς του λιγνίτη. Βάφεται η μούρη του με κάρβουνο και το ‘χει για παιχνίδι. 

Εσύ που μ’ ακούς, να το θυμάσαι, το γκρίζο από το κάρβουνο, είναι τ’ αληθινό χρώμα του πολέμου. 



Ρε δεν τον θέλω εδώ μέσα. 
Ξέρεις τι θα κάνω; Και μη με κατηγορείς. Θ’ αφήσω τις εξετάσεις μου στον καθρέπτη.  
Είναι ευγενικός. 
Και την ξέρει καλά τη Σαλονίκη. 

Θα με πάει αυτός στο Θεαγένειο.»

Φωτογραφίες: Γρηγόρης Δάλλης
 αναδημοσίευση από: Youropia - Κίτρινο ξημέρωμα

5 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφο, αναδημοσιεύεται με την άδεια σας στην OKTANA

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αχ ρε σύντροφε Κώστα το τόσο αληθινό και συγκλονιστικό άρθρο σου όχι μόνο μας συγκίνησε και μας έδωσε κουράγιο και δύναμη, αλλά και μας γέμισε προσδοκίες, πως με τέτοιους "συγγραφείς" υπάρχει ελπίδα και απαντοχή για τη νίκη στις εφιαλτικές μέρες που ζούμε. Νάσαι καλά να γράφεις και να ρίχνεις τις "κανονιές" σου μπας και τρομάξουν, σηκωθούν απ'τους καναπέδες και βγουν πολλοί στους δρόμους του αγώνα και της αξιοπρέπειας, για να κλείσουν αυτούς που οδηγούν στα Θεαγένεια, στον Αγ. Σάββα, στου Μεταξά.
    Τους θερμούς μου χαιρετισμούς
    Δημήτρης Ζαγορίτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ωραίο το άρθρο σου, φίλε μου και με γλαφυρή ωραία γλώσσα. Αυτό που παλιά λέγανε καλλιτεχνική φλέβα. (Θα είχε πολύ ενδιαφέρον ένα βιβλίο, ένα "τάχα μου" μυθιστόρημα από ανθρώπους σαν κι εσένα). Αλλά ξέρεις; Η ιστορία είναι πάντα η ίδια. Δεν υπάρχει γονιός που να μην λέει ότι "χαράμισε" τη ζωή του, (βάλε, ¨έδωσε", "θυσιάστηκε", ό,τι θέλεις) για τα παιδιά του. Αλλά, κοίτα να δεις το περίεργο, τα παιδιά του να ζουν όλο και σε χειρότερο κόσμο(!). Νέος το 1983, έκανα ένα ντοκιμαντέρ για την Πτολεμαϊδα. ΚΙ έμεινα άναυδος να ακούω να μου λέν, πως ναι το ήξεραν ότι θα κατέληγαν πρόωρα στο Θεαγένειο. Το είχαν πάρει απόφαση. Αλλά τα λεφτά ήταν καλά. Για να κυριολεκτούμε, τα πολυτελή σαλόνια και κομφόρ αγοράζονταν συνειδητά με μέρες και χρόνια απ' τη ζωή τους. Ο Θούριος του Ρήγα είχε μεταλλαχθεί σε "καλύτερα σαράντα χρόνια άνετη ζωή..." Αλλά, ας αφήσουμε τα ηρωικά του Ρήγα -συγνώμη που δεν είμαι πολιτικός να πω μπλα-μπλα τα δίκαια του εργάτη. Αυτό που με απασχολεί είναι το πώς και πόσο αποτιμάει ο καθένας και αποτιμάται απ' την πολιτεία η ανθρώπινη ζωή. Στην ιστορία υπήρξαν άνθρωποι επαναστάτες, που όταν πιάνονταν αιχμάλωτοι, για να μην εξευτελιστούν και ταπεινωθούν, έπιαναν τη μύτη τους και έσκγαν από ασφυξία (!). (Αυτά τον 2ο αι. π.Χ.)
    Κάθε κοινωνία φτιάχνει τις αξίες της και με αυτές πορεύεται και δικαιώνει (τρόπος του λέγειν) ο καθένας την ύπαρξή του. Ο αρχαίος Αθηναίος ξόδευε μια περιουσία ως χορηγός για να φορέσει στεφάνι και να σιτισθεί ζωμό στο πρυτανείο. Ο σημερινός αισθάνεται δικαιωμένος, αν μπορεί να ξοδέψει 100.000 ευρώ στη Μύκονο σε μια μέρα και να βγει εξώφυλλο στο Espresso. Έτσι αισθανόταν ευτυχής ο ένας, έτσι αισθάνεται ευτυχής ο άλλος.
    Εδώ φυσικά, έπρεπε να υπεισέρχονται οι νόμοι. Σκοπός του νόμου είναι πάντα το δημόσιο συμφέρον, αλλά μέσα στα χρόνια (πολλά χρόνια) , άσχετοι, ανεύθυνοι και ανιστόρητοι νομοθέτες το αγνοούν και το παραβλέπουν.
    Αλλά, κοίτα να δεις πιο είναι το πιο θλιβερό. Αν το '83 ήταν δύσκολο να πεις, να κλείσει αυτή η παραγωγή ενέργειας που σκοτώνει ζωές, σήμερα που η τεχνολογία έχει όλες τις λύσεις (και κάνουν πως τις αγνοούν), δεν τολμάω εγώ, εμείς, που βλέπουμε ολοκάθαρα ότι ολόκληρος ο πλανήτης οδεύει σε μια ριζική καταστροφική αλλαγή (τύπου παγετώνων) με αιτία την ανθρώπινη δραστηριότητα (διοξείδιο του άνθρακα κλπ) να απαιτήσουμε το κλείσιμο της κάθε Πτολεμαϊδας. Και το χειρότερο; Θα έλθουμε αντιμέτωποι με τους εργαζόμενους, που με μαθηματική ακρίβεια τα παιδιά τους θα τους παν να αφήσουν την τελευταία τους πνοή στο Θεαγένειο -πριν την ώρα τους.
    Και πορευόμαστε όλοι, "ομάδιν", θεότυφλοι, στο γκρεμό.
    Φίλε μου, δεν συγκινεί κανέναν το να λες ότι σας έκοψαν τη σύνταξη και το μισθό, επειδή... θα σε ζηλέψουν 1 εκατ. 300.000, πρώην εργαζόμενοι, που διάγουν το βίο τους (αυτοί ξέρουν πώς) χωρίς 1 (ένα) ευρώ επίδομα.
    Δυστυχώς δεν έγινε μία στατιστική (θα ήταν πάρα πολύ διαφωτιστική για την ανθρώπινη ιδεοληψία-βλακεία) πόσοι από αυτούς στηρίζουν αυτούς που τους έφεραν σ' αυτό το έσχατο σημείο. Εγώ υποψιάζομαι ότι είναι πάνω απ' το 65%.
    Θα τελειώσω με αυτό που είχα σκεφτεί, τότε, όταν ήμουν νέος και έκανα το ντοκιμαντέρ: Ο μόνος τρόπος να αλλάξουν τα πράγματα είναι, αν όσοι πρόωρα φεύγουν από αμμοκονίαση ή καρκίνο, αντί να πεθαίνουν στα Θεαγένεια δυστυχείς και ολομόναχοι, να οργανώνουν αποχαιρετιστήρια γιορτή με φίλους και αγαπημένους, με μουσικές και κλαρίνα, με μπύρες και κρασιά, μπροστά στους χώρους που τους πήραν τη ζωή τους. Και πριν το ξημέρωμα να κόβουν τις φλέβες τους.
    Θα ήταν αυτό τουλάχιστον μια δήλωση δημόσια: Έκανα λάθος, σας άφησα να μου πάρετε τη ζωή -με αυτό που νόμιζα ανάγκη. Δεν θα μου πάρετε τώρα και την αξιοπρέπειά μου.
    (Δυστυχώς η συνέχεια υπερβαίνει το όριο λέξεων για δημοσίευση και τα αφαιρώ αναγκαστικά. Οπότε λειψός ο συλλογισμός μου).

    ΑπάντησηΔιαγραφή